Έξω κυλάει της πόλης το ποτάμι
δε μου 'πες στα ταξίδια σου τι είδες
αν όπως πήγες γύρισες δεν πήγες
στου κόσμου το πολύχρωμο χαρμάνι


Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Το μπαλκόνι με τον αριθμό τρία...








*Μαζέψαμε τα μοσχομυρωδάτα ρούχα μας από τη ταράτσα, φτιάξαμε ξανά βαλίτσες και ξεκινήσαμε για τα σπίτια μας...


  Ήμουν στην Αθήνα ήδη τρεις μέρες, ακόμα δεν είχα δει τους φίλους μου, δεν είχαμε μιλήσει στο τηλέφωνο, δεν ήξερα αν είναι καλά, πως πέρασαν στις διακοπές τους. Από τη μια είχα αγωνία να τους συναντήσω, από την άλλη δεν ήξερα πως να εκφράσω όλο αυτό που ζούσα, ίσως τελικά οι φίλοι μου να ήταν η τελειωτική σύνδεση με τη πραγματική μου ζωή, δεν ήξερα αν ήμουν ακόμη έτοιμη γι' αυτό. Τότε η παρέα ήταν αρκετά μεγάλη, γειτονόπουλα και συμμαθητές είχαμε κάνει ένα team άπαιχτο. Δε χρειαζόταν να τηλεφωνήσουμε, πέρναγε ο ένας από το σπίτι του άλλου και άμα βλέπαμε φως ανοιχτό χτυπάγαμε κουδούνι, άμα βλέπαμε κανέναν στο μπαλκόνι φωνάζαμε και μας άνοιγαν επιτόπου. 

  Την είχαμε κερδίσει αυτή την ελευθερία, σε κάθε γιορτή περνάγαμε όλοι από τα σπίτια όλων για να ευχηθούμε, τα Χριστούγεννα κόβαμε πολλές βασιλόπιτες ή τέλος πάντων σε κάθε σπίτι υπήρχε ένα κομμάτι για μας, το Πάσχα ψήναμε πολλά αρνιά και τσουγκρίζαμε πολλά αυγά. Οι οικογένειες μας δεν έκαναν παρέα μεταξύ τους αλλά ήξεραν όλα τα μέλη της παρέας. Αυτό μας έκανε να νιώθουμε την παρέα σαν δεύτερη οικογένεια, η παρέα ήταν ο μικρόκοσμος μας.


 Όχι σίγουρα δεν ήμουν ακόμα έτοιμη να επιστρέψω στην οικογένεια μου, η φαντασιακή όψη των διακοπών αυτών είχε πια κερδίσει πολύ χώρο στη ζωή μου και δεν ήθελα να την αφήσω. Έτσι άφησα τη παρουσία μου στην Αθήνα να εννοηθεί, έτσι και αλλιώς κάπως θα βρισκόμασταν, δε χρειαζόταν να το κάνω και ολόκληρο θέμα.


 Ο Νώντας και ο Άγγελος την ίδια μέρα που έφυγαν οι γονείς μου κατέφτασαν με τα βαλιτσάκια τους, έφεραν μουσικές, ταινίες, μπλοκ ζωγραφικής, υλικά για την κατασκευή ζογκλερικών, ανεμελιά, χαμόγελα και προέκταση της πλασματικής μου πραγματικότητας.

  Το σπίτι των γονιών μου ήταν και είναι σε ένα από τα προάστια της Αθήνας, αυτό σημαίνει μονοκατοικία, πρώτος όροφος για την ακρίβεια, μπαλονάκι και πολύ πράσινο. Το μπροστά μπαλκόνι αμέσως μετατράπηκε σε ένα μεγάλο χαλαρωτικό χώρο με στρωσίδια πάνω στα πλακάκια και μαξιλάρες. Εκεί περνάγαμε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας.Πίναμε τον πρωινό μας καφέ, ακούγαμε μουσικές, γυρνάγαμε την τηλεόραση και βλέπαμε ταινίες, διαβάζαμε παραμύθια πριν κοιμηθούμε, και εννοείται ότι κοιμόμασταν εκεί και οι τρεις μαζί. 

  Μόνο μερικά βράδια που ο Άγγελος πήγαινε για δουλειά και γύρναγε αργά το βράδυ μας έβρισκε να κοιμόμαστε ο καθένας στο δωμάτιο του, ο Νώντας συνήθως κοιμόταν στο δωμάτιο μου, που είχε δύο κρεβάτια και εγώ στων γονιών μου στο διπλό, τότε διάλεγε, αναλόγως με το πόσο κουρασμένος ήταν, ή πήγαινε στο μέσα δωμάτιο στο μονό κρεβάτι ή κοιμόταν μαζί μου. Κάποια βράδια συνειδητά κοιμόμασταν ξεχωριστά, δηλαδή εγώ με τον Άγγελο και ο Νώντας στο μέσα δωμάτιο, τότε μιλάγαμε και χασκογελάγαμε μέχρι να ακουστεί το πρώτο ροχαλητό. Άλλες πάλι που δε μας έπαιρνε ο ύπνος, γυρνάγαμε στο μπαλκόνι, μέναμε σιωπηλοί ή αναλύαμε θέματα περί σχέσεων, συνύπαρξης και αυτογνωσίας.

  Κάπου εκεί ανάμεσα σε ύπνους, γέλια, όνειρα και μουσικές, συνειδητοποίησα ότι ο έρωτας μου για τον Άγγελο όλο και μεγάλωνε.  Δεν ήξερα αν ήμασταν ζευγάρι γιατί δε λειτουργούσαμε σαν τα κοινά ζευγάρια, έτσι και αλλιώς λίγες φορές ήμασταν μόνοι μας, όμως δεν έλειπαν τα κλεφτά φιλιά στον διάδρομο και οι αγκαλιές αργά το βράδυ. Δε ξέρω αν ήθελα και κάτι άλλο, μάλλον ήμουν υπέρ ευτυχισμένη, τα είχα όλα, έρωτα, αγάπη, φιλία, νοιάξιμο, επικοινωνία, συνεργασία. 


...συνεχίζεται 



Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

Φτάσαμε...




 Τη προηγούμενη βδομάδα γνώρισα μια κοπέλα που τα τελευταία είκοσι χρόνια μένει στη Νίσυρο, έχει ένα μαγαζί στη χώρα και το σπίτι της είναι στον Εμποριό, μιλήσαμε λίγο για το νησί. Είχε πάει τα Χριστούγεννα και μου περιέγραψε ένα ανατριχιαστικό σκηνικό που βίωσε με ένα θάνατο ενός γείτονα και πολύ αγαπημένου της προσώπου. Στο νησί τον χειμώνα κατοικούν είκοσι πέντε το πολύ άνθρωποι, επίσης δεν έχει γραφείο κηδειών και ο παππάς μόλις ανέλαβε τα καθήκοντα του στην ενορία της Νισύρου. Επίσης ξέρει τους γονείς της κοπέλας που είχαμε μείνει τότε στο σπίτι της. Έχει πλάκα όταν μερικές φορές καταλαβαίνεις ότι ο δρόμος σου με τον δρόμο του άλλου μπορεί να είναι σε πολύ κοντινή απόσταση αλλά να μην διασταυρωθούν ποτέ...



*Παρ’ όλη την αγωνία μας συνεχίσαμε να απολαμβάνουμε το ταξίδι της επιστροφής. Ο Άγγελος συνέχισε με το δεύτερο τεύχος του κόμικς που διάβαζε και γω με τον Νώντα ξαπλώσαμε κοιτώντας τον αστροστόλιστο ουρανό.



   Στεκόμουν όρθια στη σκάλα, φορτωμένη με τις αποσκευές μου, ο ήλιος που έμπαινε κλεφτά μέσα από τα ψηλά κτίρια του λιμανιού, μισό έκλεινα τα μάτια και στην άκρη των κτιρίων σχηματίζονταν πορτοκαλοκόκκινα σχέδια. Το παιχνίδισμα των ματιών μου σταμάτησε μια ανακοίνωση από τον υπεύθυνο του πλοίου, "Παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες να αποβιβαστούν ένας ένας από τη δεξιά έξοδο διότι πρόκειται να πραγματοποιηθεί καταμέτρηση επιβατών". Με μιας γούρλωσα τα μάτια, με έπιασε κρύος ιδρώτας και άρχισα να σκέφτομαι ότι τελικά η καλύτερη λύση είναι να πηδήξουμε από το πλοίο ΤΩΡΑ. Τον πανικό μου σταμάτησε ένα καθησυχαστικό βλέμμα του Νώντα. Τώρα δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα, θα βγούμε έξω ήσυχα και ότι γίνει έγινε, μου ψιθύρισε στο αυτί ο Άγγελος. Λίγο πριν φτάσει η σειρά μας προσπαθούσα να ακούσω ή να δω εάν τσέκαραν στην έξοδο τα εισιτήρια, αλλά μάταια, ο κόσμος ήταν πολύς και περιόριζε το οπτικό μου πεδίο. Η αγωνία κορυφώθηκε όταν έφτασε η σειρά μου, περίμενα να ακούσω "το εισιτήριο σας παρακαλώ" αλλά τελικά άκουσα ένα ευγενικό "καλημέρα σας". Μέχρι να προλάβω να πάρω μια μεγάλη ανάσα ανακούφισης και λίγο πριν πατήσω το πόδι μου στο λιμάνι, έφτασαν καταπάνω μου άνθρωποι με κάμερες και μικρόφωνα στα χέρια τους, άρχισαν να κάνουν ερωτήσεις για τις διακοπές, πανικοβλήθηκα και άρχισα να τρέχω. 

  Βγήκα στον κεντρικό δρόμο, αυτοκίνητα ήταν κολλημένα στη κίνηση, άνθρωποι με βαλίτσες στο χέρι τσακώνονταν για ένα ταξί, άλλοι περπατούσαν με φακέλους στο χέρι και μίλαγαν στο κινητό. Είχαμε επιστρέψει στη μεγάλη πόλη. Κάπου ανάμεσα στις παραισθήσεις από το καυσαέριο με πρόλαβαν τα αγόρια. Προχωρήσαμε με τα πόδια μέχρι τον ηλεκτρικό, μπήκαμε στο τελευταίο βαγόνι, το μόνο που δε θέλαμε ήταν να μας πιάσουν χωρίς εισιτήριο, καθ' όλη τη διαδρομή μια ατελείωτη σιωπή σκέπαζε τα πρόσωπα μας, πρώτα κατέβαινε ο Άγγελος και μετά εμείς. Δύο στάσεις πριν την πρώτη αποχώρηση ο Νώντας πρότεινε να πάμε όλοι μαζί στο σπίτι του, οι γονείς του θα έλειπαν το Σαββατοκύριακο στο εξοχικό.  Χωρίς δεύτερη σκέψη δεχτήκαμε. 


  Οι επόμενες δύο ημέρες ήταν μέρες αποκατάστασης, βάλαμε πλυντήρια, σιδερώσαμε, φάγαμε κανονικό φαγητό, είδαμε τηλεόραση, κοιμηθήκαμε και το πιο σημαντικό τρίψαμε  με ότι σαπούνι υπήρχε τις πατούσες μας. ΤΟ βράδυ της δεύτερης μέρα έπρεπε να φύγουμε γιατί θα επέστρεφαν οι γονείς του Νώντα, δε θέλαμε με τίποτα. Καθόμασταν στο τραπέζι της κουζίνας, είχα φτιάξει ένα αποτυχημένο κέικ για να συνοδεύσουμε τον καφέ μας, ακούγαμε ένα δίσκο των dead can dance και αναστενάζαμε. Τότε μου ήρθε μια αναλαμπή, οι γονείς μου την επόμενη μέρα θα έφευγαν για τη Γαλλία όπου θα έμενα δύο εβδομάδες. "Μα καλά πως δεν το είχα σκεφτεί" είπα φωναχτά, "σήμερα θα κοιμηθούμε σπίτια μας και αύριο έρχεστε σπίτι μου, να φέρεται ρούχα γιατί μπορούμε να μείνουμε μέχρι να επιστρέψουν οι γονείς μου". Τα πρόσωπα μας άρχισαν να λάμπουν πονηρά, μια καινούργια περιπέτεια στην Αθήνα είχε ξεκινήσει, το ξέραμε ότι η επιστροφή μας από το νησί σήμαινε μόνο την αρχή μιας πολύ ενδιαφέρουσας περιόδου.

 Μαζέψαμε τα μοσχομυρωδάτα ρούχα μας από τη ταράτσα, φτιάξαμε ξανά βαλίτσες και ξεκινήσαμε για τα σπίτια μας...




...συνεχίζεται