Έξω κυλάει της πόλης το ποτάμι
δε μου 'πες στα ταξίδια σου τι είδες
αν όπως πήγες γύρισες δεν πήγες
στου κόσμου το πολύχρωμο χαρμάνι


Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

~3.Η επιστροφή.






*Έκατσα κοντά τους σιωπηλή, ο Νώντας άνοιξε τα μάτια του, είσαι καλά; με ρώτησε νυσταγμένα. Καλά του απάντησα μονολεκτικά και άνοιξα τον υπνόσακο για να τον σκεπάσω.

  

 Βολεύτηκα αναπαυτικά δίπλα τους έτσι ώστε να ακουμπάω σχεδόν πάνω στον Άγγελο, έδειχνε προσηλωμένος στην ιστορία που διάβαζε, δεν ήθελα να τον ενοχλήσω, χάζεψα λίγο τις εικόνες μαζί του, άρχισαν να κλείνουν τα μάτια μου, έγειρα το κεφάλι μου στα πόδια του και κοιμήθηκα.
  
   Δε ξέρω μετά από πόση ώρα ένιωσα ένα χέρι να με σκουντάει και να μιλά σχεδόν μέσα στο αυτί μου, με τόνο ενοχλητικό. Άνοιξα τα μάτια μου, ο Νώντας καθόταν δίπλα μου για ώρα και προσπαθούσε να με ξυπνήσει, το πόδι του Άγγελου είχε αντικατασταθεί μια μαλακιά τσάντα. "Με ξυπνάς ώρα;" τον ρώτησα αφήνοντας ένα μεγάλο χασμουρητό στο τέλος. "Ναι και δε καταλαβαίνεις τίποτα, έχουμε θέμα σήκω", απάντησε με μια φωνή ταραγμένη.
  
   Το καράβι είχε δέσει στην Αστυπάλαια, ήταν το λιμάνι για το οποίο είχαμε εισιτήριο, άρχισε να με πιάνει ένας αλμυρός πανικός, το μυαλό μου δούλευε σε χίλιες στροφές, έπρεπε να βρούμε τι θα κάνουμε εάν μας πιάσουν χωρίς εισιτήρια. "Το καράβι είναι ήδη μισή ώρα αραγμένο στο λιμάνι και δε λέει να λύσει", με πληροφόρησε ο Νώντας, "ο Άγγελος έχει πάει να δει τι γίνεται". Άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια, αυτό ήταν, απλά θα μας κατέβαζαν στην Αστυπάλαια και άντε να βρούμε τρόπο να γυρίσουμε. Το μυαλό μου άρχισε να φτιάχνει τα πιο ακραία σενάρια, για το τι θα πω στους γονείς μου, για το που θα κοιμηθούμε απόψε, αν έχει κάμπινγκ η Αστυπάλαια, πως θα βρούμε δουλειά και διάφορα τέτοια. Την απόλυτα ενεργή διαδικασία της σκέψης μου διέκοψε η παρουσία του Άγγελου. "Είναι ένας παππούς στο λιμάνι ο οποίος είναι στα τελευταία του και δε ξέρουν τι να κάνουν, πρέπει να μεταφερθεί στην Αθήνα, γι' αυτό καθυστερούμε", μας είπε καθησυχαστικά.
   
  Καμία ανακοίνωση για έλεγχο εισιτηρίων. Μετά από μια ώρα αναμονή το καράβι συνέχισε τον προορισμό του. Ξέραμε και οι τρείς ότι από δω και πέρα εάν κάτι συνέβαινε θα είχαμε προβλήματα. Παρ’ όλη την αγωνία μας συνεχίσαμε να απολαμβάνουμε το ταξίδι της επιστροφής. Ο Άγγελος συνέχισε με το δεύτερο τεύχος του κόμικς που διάβαζε και γω με τον Νώντα ξαπλώσαμε κοιτώντας τον αστροστόλιστο ουρανό.


...συνεχίζεται

Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

~2. Η επιστροφή.





*Αρκετές φορές με έκραζε για πράγματα που δεν του άρεσαν, αρκετές φορές ξενέρωνα με τις επιπόλαιες και εκκεντρικές του τάσεις. Όμως αγαπιόμασταν πολύ με ένα τρόπο ξεχωριστό.


  Με την Εύα είχαμε γνωριστεί στο γυμνάσιο και αρχίσαμε να κάνουμε παρέα στη τρίτη λυκείου, μαζί στις πρώτες περιπλανήσεις στα Εξάρχεια, κοινά μουσικά ακούσματα, κοινές παρέες. Μέναμε πάρα πολύ κοντά, περνούσαμε μαζί όλα τα μεσημέρια στο μπαλκόνι της να λέμε χαζά και να γελάμε σα χαζά. Η Εύα ήταν έντονος άνθρωπος, παρ' όλη τη καλή οινομική κατάσταση που ζούσε λόγω των γονιών της, όταν ήσουν μαζί της δεν σου έδινε καθόλου την αίσθηση ότι τη νοιάζουν τα λεφτά, αυτό μου άρεσε, χαιρόμουν την απλότητα της και την ανοιχτή καρδιά της. Της άρεσε να ζει έντονα, να βιώνει την κάθε της στιγμή σαν να είναι η τελευταία, αυτό όμως έκρυβε μια παγίδα, κάποιες φορές οι πράξεις της δήλωναν απερισκεψία και αρκετές φορές πλήγωναν τους γύρω της. Πάντα καταλάβαινε τα λάθη της αλλά πάντα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα επαναλάμβανε.

  Ήμασταν στη Νίσυρο ήδη τρεις εβδομάδες και τα χρήματα άρχιζαν να τελειώνουν. Η ένταση που νιώθαμε μεγάλωνε, το νησί μας φόρτιζε ελκυστικά, είχαμε παραδοθεί στις αλλόκοτες δονήσεις του και πια μίλαγαν πλευρές του εαυτού μας που ούτε πιστεύαμε ότι υπάρχουν. Όταν λέω ότι τα χρήματα τελείωναν αυτό σημαίνει ότι μας έλειπαν για να μπορέσουμε να επιστρέψουμε στη μεγάλη πόλη. Σκαρφιστήκαμε να φτιάξουμε κεριά και να τα πουλήσουμε στο πανηγύρι που γινόταν εκείνες τις μέρες στο νησί. Μαζέψαμε ότι ξεχασμένο κερί υπήρχε μέσα στο σπίτι, τα λιώσαμε και φτιάξαμε με μια τεχνική που ήξερε ο Νώντας κάτι κεριά σαν έργα τέχνης, ήταν πανέμορφα. Στήσαμε ένα διακριτικό πάγκο το βράδυ στην ηλικιωμένη και η επιχείρηση επιστρέφουμε, ξεκίνησε. Ο κόσμος πέρναγε θαύμαζε αλλά δύσκολα αγόραζε.

  Με δυσκολία καταφέραμε να συγκεντρώσουμε περίπου τα μισά χρήματα για τα εισιτήρια της επιστροφής. Θέλαμε να φύγουμε από το νησί, όλοι νιώθαμε ότι αυτές οι διακοπές έχουν τελειώσει, αλλά μέσα μας εξακολουθούσαν να είναι όλα μπερδεμένα, νιώθαμε σαν κάποιος να μας ξέχασε σε ένα τόπο με άλλους ρυθμούς, με άλλα δεδομένα, με άλλες αισθήσεις και βίαια έπρεπε να μας επαναφέρει στη πραγματικότητα. Την επόμενη κιόλας μέρα πήραμε τρέχοντας το καράβι για τη Κω, εκεί θα αφήναμε την Εύα για να συνεχίσει μέχρι το τέλος του καλοκαιριού και μεις θα παίρναμε το καράβι για την Αθήνα.

  Φτάνοντας στο ενδιάμεσο λιμάνι έπρεπε να βρούμε ένα τρόπο να βγάλουμε και οι τρεις εισιτήρια για την Αθήνα. Ως γνωστόν τα λεφτά δεν έφταναν, πάλι ο Νώντας σκαρφίστηκε να βγάλουμε εισιτήρια για το επόμενο νησί που ήταν η Αστυπάλαια. Συμφωνήσαμε, άλλωστε δε μπορούσαμε να κάνουμε και αλλιώς, αποφασίσαμε να πιάσουμε μια γωνιά μέσα στο καράβι και σε περίπτωση που ερχόταν κάποιος για να ελέγξει τα εισιτήρια θα κάναμε πως κοιμόμαστε και θα λέγαμε ότι μας πήρε ο ύπνος και δεν κατεβήκαμε, προφανώς θα μας ζητούσαν να πληρώσουμε τη διαφορά, θα λέγαμε ότι δεν έχουμε λεφτά και θα βρίσκαμε ένα επόμενο ψέμα για να τα μπαλώσουμε.
  
  Γρήγορα εκδώσαμε τα μισά μας εισιτήρια και καθισμένοι πάνω στις βαλίτσες μας περιμέναμε να αναχωρήσουμε. Οι σιωπές μας εκκωφαντικά ηχούσαν ανάμεσα στον κόσμο που περίμενε μαζί μας. Δε ήταν ότι δεν είχαμε κάτι να πούμε, αλλά ότι μέσα μας νιώθαμε συγκλονισμένοι, η αίσθηση που μας είχε αφήσει το νησί ξεπερνούσε τις λέξεις. Που και που ρίχναμε κάτι βλέμματα βέλη μεταξύ μας, σαν να μισούσαμε ο ένας τον άλλον που χωρίζαμε.

  Μπήκαμε στο καράβι, βρήκαμε ένα καλό σημείο στο κατάστρωμα για να μπορούμε να αγναντεύουμε τη θάλασσα, μετρηθήκαμε και είχαμε μείνει τρεις. Αποφασίσαμε να προσπαθήσουμε να μη βγάλουμε τα παπούτσια μας και γενικά να κρατηθούμε καθαροί και κόσμιοι μέχρι να φτάσουμε στα σπίτια μας. Δώσαμε ραντεβού σε μια ώρα στο σημείο που είχαμε στήσει τσαντίρι και σκορπιστήκαμε μέσα στο καράβι. Και οι τρεις μας θέλαμε λίγο χρόνο να χαλαρώσουμε με τον εαυτό μας. Θυμάμαι ότι είχα κάτσει στο πιο ψηλό σημείο του καραβιού, έβλεπα τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος, χάζευα τους γλάρους γύρω μου να πετούν ανέμελα και δεν σκεφτόμουν τίποτα, μόνο τον αλμυρό αέρα ένιωθα να με χτυπά με βία.

  Όταν κατέβηκα από εκεί πάνω είχε πια νυχτώσει, λιγοστά αστέρια στόλιζαν το σκούρο μπλε του ουρανού, το φεγγάρι άδειαζε με την ησυχία του, λαμπυρίζοντας πάνω στη θάλασσα. Γύρισα στο σημείο που είχαμε  αφήσει τα πράγματα μας να βρω τους άλλους. Ο Νώντας μισοκοιμόταν τυλιγμένος με μια ζακέτα, ο Άγγελος κάπνιζε με μανία και διάβαζε ένα κόμικ, απόκτημα από το λιμάνι της Κω. Έκατσα κοντά τους σιωπηλή, ο Νώντας άνοιξε τα μάτια του, είσαι καλά; με ρώτησε νυσταγμένα. Καλά του απάντησα μονολεκτικά και άνοιξα τον υπνόσακο για να τον σκεπάσω.

.........................................................................................

...συνεχίζεται 

~1.Το ξεκίνημα.

  

 


  Βρεθήκαμε σ' εκείνο το νησί χωρίς προσδοκίες, ήμασταν πολύ μικροί ακόμα για να έχουμε. Φτάσαμε στο λιμάνι της Νισύρου με μια βαλίτσα όνειρα, χωρίς να ξέρουμε πολλά για το νησί, θα μέναμε στο σπίτι μιας φίλης, δεν ήταν και κανένα αρχοντικό, αλλά είχε δύο μεγάλα δωμάτια που μπορούσε να φιλοξενήσει άνετα τέσσερα άτομα και ένα ακόμα στον κάτω όροφο στον καναπέ. Φτάσαμε  βράδυ καθώς  τη προηγούμενη μέρα είχαμε βρεθεί τυχαία στη Λέρο, τελικά καταφέραμε να πάρουμε ένα απογευματινό καράβι για το νησί. Η διαδρομή ήταν δύσκολη, είχε μποφόρ, τα κύματα χτύπαγαν στα παράθυρα του καραβιού, είχαμε ξαπλώσει στο πάτωμα και απολαμβάναμε τη δωρεάν κούνια μπέλα-παραλίγο να βγάλω τα έντερα μου φάση.  Η διαδρομή από το καράβι μέχρι το σπίτι ήταν βασανιστική, ήμασταν ταλαιπωρημένοι από το κούνημα, άυπνοι από το προηγούμενο ξεσάλωμα στη Λέρο, ουσιαστικά το μόνο που θέλαμε ήταν να πετάξουμε τις βαλίτσες κάπου και να ξεκουραστούμε.
  
  Το σπίτι ήταν σε ένα από τα κεντρικά σοκάκια της χώρας του νησιού, ήταν το μόνο από τα εκεί γύρω στο οποίο δεν κατοικούσε κανένας τον χειμώνα, μόνο ο τύπος που έφτιαχνε τα ψηφιδωτά του νησιού ερχόταν που και που και έριχνε κανέναν μεσημεριανό υπνάκο στον σκονισμένο καναπέ, του άρεσε λέει, ήταν ήσυχα εκεί. Όντως το σπίτι είχε μια περίεργη ησυχία, το κύριο στοιχείο ήταν το ξύλο, παλιά φαγωμένα ξύλινα έπιπλα και ένα ξύλινο πάτωμα σχεδόν ετοιμόρροπο. Τα κρεβάτια ήταν σιδερένια και στο κάτω μέρος των επίπλων, αράχνες είχαν πλέξει υφαντούς ιστούς. Στο πίσω μέρος της κουζίνας είχε μια πόρτα που οδηγούσε σε ένα κηπάκο, πλακόστρωτο στολισμένο με πανύψηλους αγκαθωτούς κάκτους και μια φραγκοσυκιά. Όσο μεγάλη και αν ήταν η εγκατάλειψη του, ολοκλήρωνε την μυστηριώδη αίσθηση του χώρου εξάπτοντας τη φαντασία μας.
   
  Καθαρίσαμε, με ότι είχαμε και όσο μπορούσαμε, άλλωστε δε μας απασχολούσε τόσο πολύ η υγιεινή του σπιτιού, ξέραμε ότι απλά θα ήταν ένα μέρος για ύπνο. Ωστόσο η αίσθηση μέσα εκεί εξακολουθούσε να είναι περίεργη, οι δονήσεις του σπιτιού δημιουργούσαν ένα μυστήριο, που δε μπορώ να πω ότι ήταν αρνητικό αλλά ούτε και θετικό, θα το προσδιόριζα ως κάτι άγνωστο.
  
  Δεν είχαμε αποφασίσει πόσο καιρό θα μέναμε, μόνο από το καράβι κιόλας ενώσαμε τα λεφτά μας για να μας φαίνονται περισσότερα, αποφασίσαμε να καπνίζουμε καπνό, όλοι από τον ίδιο και γενικά να κάνουμε οικονομία για να μείνουμε όσες περισσότερες μέρες γινόταν. Οικονομία σήμαινε φαγητό μια φορά την ημέρα και αυτό κάτι πρόχειρο, από ποτά κρασί και κάνα ρακί στη πλατεία και βενζίνη για τα μηχανάκια ώστε να μπορέσουμε να γυρίσουμε το νησί και το πιο σημαντικό οικονομία στο νερό, ανά δύο βδομάδες ερχόταν η υδροφόρα που τροφοδοτούσε με νερό το νησί, δε ξέραμε σε ποια βδομάδα βρισκόμασταν ακριβώς αλλά ούτε και πόσο νερό είχε η δεξαμενή μας, οπότε έπρεπε να περιορίσουμε την άσκοπη σπατάλη για να μας φτάσει. Οι υποχρεώσεις μας στην Αθήνα ήταν λιγοστές, μπορούσαμε να έχουμε παράταση από τις δουλειές μας, αφού σχεδόν όλοι δουλεύαμε σε καφέ, αυτό σήμαινε ότι μπορούσαμε να ορίσουμε μόνοι μας την ημερομηνία της επιστροφής. 
  
  Γρήγορα η γειτονιά άρχισε να μας γνωρίζει, από τις επόμενες μέρες κιόλας στο δρόμο για τον φούρνο, αρχίσαμε να λέμε καλημέρα στις νοικοκυρές που έπιναν το καφεδάκι τους στα ψηλά μπαλκόνια. Κλωτσάγαμε πίσω τη μπάλα στα παιδάκια και μερικές φορές πίναμε καφεδάκι με τα παππούδια στη πλατεία των ηλικιωμένων, στην ηλικιωμένη που λέγαμε εμείς. Εκεί μάθαμε και τον μύθο που επικρατεί για το νησί. Για τον Ποσειδώνα που ξέσπασε την οργή του πάνω στο γίγαντα Πολυβώτη καταπλακώνοντας τον με μια μεγάλη πέτρα που τώρα λέγεται Νίσυρος. Εκείνος αναγκάστηκε να ζει με αυτό το μεγάλο φορτίο στη πλάτη του και προσπαθώντας να ξεφύγει από αυτό αγκομαχεί και ξεφυσάει, ζεσταίνοντας τους πολλούς κρατήρες του ηφαιστείου με την ανάσα του.

 
...........................................................................................................


 Το σπίτι ήταν πάντα ορθάνοιχτο, ακόμα και όταν λείπαμε δε κλειδώναμε ποτέ, μόνο αφήναμε το κλειδί επάνω στη πόρτα, ήταν απελευθερωτικό αυτό το σκηνικό, ένας τόπος που δε χρειαζόταν να κρυφτείς πίσω από διπλοκλειδωμένες περιουσίες, έτσι ήταν και τα συναισθήματα μας, αυθεντικά και διάχυτα, δε μπορούσαμε να τα κλειδώσουμε, δε μπορούσαμε να τα κρύψουμε, δεν είχαμε δεύτερες σκέψεις. Αυτό ήταν και καλό και κακό ταυτόχρονα, καλό γιατί όταν καταφέρναμε να κρατάμε λίγα όρια μεταξύ μας όλα ήταν παραμυθένια, όταν όμως τα όρια εξαφανίζονταν ζούσαμε έναν εφιάλτη. Παίζαμε με όλο αυτό, δοκιμάζαμε τους εαυτούς μας, δοκιμάζαμε ο ένας τον άλλον, γνωρίζαμε τις καινούργιες πτυχές μας, αναγνωρίζαμε τις πτυχές του άλλου. Κρίναμε, συγκρίναμε, δεχόμασταν, αποδεχόμασταν, ταυτιζόμασταν, ξεδιπλωνόμασταν, τσακωνόμασταν, αγαπιόμασταν.

  Χρειάστηκαν λίγες ώρες στο νησί για να ονομάσουμε τα παπούτσια αχρείαστα, συνήθως τα είχαμε δεμένα στις τσάντες μας, σκληραγωγούσαμε τα πόδια μας λέγαμε σε όποιον μας ρωτούσε, χαριτολογώντας. Όμως πραγματικά τα σκληραγωγούσαμε, η χώρα έχει πολλά ψηφιδωτά και κάθε φορά που πατούσαμε επάνω τους, θυμόμασταν τη χρησιμότητα τους. Οι πατούσες ήταν  η μόνη μας γείωση με το έδαφος λες και αν τα φορούσαμε θα σταματούσαμε να πατάμε στη γη.

  Είχαμε νοικιάσει δύο μηχανάκια tayfun της κακιάς ώρας, χωρίς δίπλωμα φυσικά, στο ένα ήμουν εγώ και η Εύα και στο άλλο ο Άγγελος και ο Νώντας, το δικό μας το είχαμε ονομάσει Τρύφωνα. Ο Τρύφωνας είχε το δικό του τρόπο, πεισματάρικο μηχάνημα, έπρεπε να το καλοπιάνεις για να ξεκινήσει, πολλές φορές ανέβαινε μόνος του τις ανηφόρες χωρίς να ακουμπάμε το γκάζι, κάνα δυο φορές μας είχε αφήσει κιόλας στη μέση του πουθενά, γυρίσαμε με τα πόδια, παρόλα αυτά τον αγαπούσαμε. Κάτω από τη σέλα του, είχαμε μόνιμα ένα ζευγάρι σανδάλια, όταν σταματούσαμε φόραγα το ένα εγώ και το άλλο η Εύα και βάζαμε το σταντ. Κάθε φορά που πηγαίναμε να βάλουμε βενζίνη, ο άνθρωπος μας κοίταζε περίεργα, γελάγαμε με το σαστισμένο του ύφος, κατά κάποιο τρόπο μας άρεσε να προκαλούμε.

  Μπροστά από την είσοδο του σπιτιού ήταν μια μεγάλη πεζούλα και λίγα σκαλοπάτια, είχαμε τοποθετήσει μαξιλάρια ώστε να μπορούμε να καθόμαστε. Εκείνη την εποχή ήταν της "μόδας" τα ζογκλερικά, όλοι έπαιζαν από κάτι ή τουλάχιστον πειραματιζόταν με κάτι. Ο Νώντας έπαιζε κορύνες, ο Άγγελος μπαλάκια και γω κορδέλες. Τα βράδια πέρναγε αρκετός κόσμος για να ανέβει στη ηλικιωμένη, οι περισσότεροι κόλλαγαν ή μπορεί να τύχαινε να ασχολούνται και εκείνοι με ζογκλερικά, έτσι κάθε βράδυ η παρέα μεγάλωνε. Το επόμενο βράδυ πριν πάνε οπουδήποτε περνούσαν από το σπίτι μας, έφερναν τα καλούδια τους, καθόμασταν παρέα, λέγαμε για τα θέλω  μας, μιλούσαμε για τις ζωές μας, ήταν ένα περίεργο αλισβερίσι στη μέση του δρόμου. Ένα αλισβερίσι ιδεών.

  Την ημέρα πλατσουρίζαμε στη θάλασσα, παίζαμε τα όνειρα μας σε μια παρτίδα τάβλι, εξερευνούσαμε το νησί. Στο ηφαίστειο πηγαίναμε συχνά, μας άρεσε εκεί, ήταν ένα τοπίο σεληνιακό, καμιά φορά όταν βρίσκαμε κανένα τουρίστα να ετοιμάζεται να ρίξει αυγό στις μικρές τρύπες που έβγαινε το θειάφι, του βάζαμε τις φωνές. Παρατηρούσαμε τις σχισμές μέσα στο μεγάλο κρατήρα, τα νερά που κόχλαζαν στο έδαφος, ήταν για μας λες και πηγαίναμε μια βόλτα στο φεγγάρι. Μετά πηγαίναμε στον Εμποριό σ' εκείνο το μαγαζάκι που είχε ένα μπαλκόνι με θέα το ηφαίστειο. Ήταν ήσυχα εκεί, η βόλτα στο ηφαίστειο μας άναβε, έκανε και τα δικά μας υγρά να κοχλάζουν, υπερασπιζόμασταν μάχιμα τα ιδανικά μας, επαναπροσδιορίζαμε τις αξίες μας, αναπλάθαμε τα στερεότυπα μας.

  Μερικές φορές τα μεσημέρια, τα αγοράκια πήγαιναν για μπύρες στο καφενείο, να πούνε τα δικά τους. Παίρναμε και μεις τα κοριτσάκια τον Τρύφωνα και ανεβαίναμε στα Νικειά, εκεί το μεσημέρι δεν έπεφτε ούτε καρφίτσα, ξαπλώναμε στη πλατεία του χωριού μέχρι το απόγευμα, καμιά φορά κοιμόμασταν ή συζητούσαμε. Μια φορά στο δρόμο για το γυρισμό συναντήσαμε μια γιαγιά, καθόταν στο πλατύσκαλο του σπιτιού της, περνώντας τη χαιρετίσαμε, ξέρετε τώρα πως είναι στα χωριά, λες γεια σε όλους. Δε μας άφηνε να φύγουμε, μας κέρασε γλυκό του κουταλιού που είχε φτιάξει με τα χεράκια της. Ακούσαμε όλα τα παράπονα της σχετικά με τη κοινότητα, τη νοσταλγία της για το γιο της που έχει φύγει στο Αμέρικα μετανάστης και που σπάνια πια βλέπει τα εγγόνια της. Μας έλεγε για τα λεφτά που έκανε εκεί, μετά έπιασε να μας λέει ιστορίες με τον άντρα της που τον έχασε πριν χρόνια, που ήταν ναυτικός και έλειπε συχνά και μπλα μπλα μπλα. Κάνα δίωρο μονόλογος, είχε ανάγκη να τα πει, να τα θυμηθεί.  Μετά ξέραμε και άμα βιαζόμασταν ή δεν είχαμε όρεξη δε περνούσαμε μπροστά από το σπίτι της.


...........................................................................................................


  Στο νησί όλα κυλούσαν αργά, οι άνθρωποι κορόιδευαν τον χρόνο απροκάλυπτα, περπατούσαν αργά, μιλούσαν αργά, ζούσαν αργά. Δεν ήταν μόνο αυτό όμως, φαίνονταν σαν να ήταν σε έναν μόνιμο αποσυντονισμό. Τους μιλούσες και δεν ήσουν σίγουρος αν έχουν καταλάβει τι τους είπες. Δε μας πείραζε αυτό, είχαμε χρόνο, είχαμε υπομονή, ξεχνιόμασταν και μεις στο ρυθμό τους και αν καμιά φορά πεινούσαμε πολύ, μπαίναμε με θάρρος στη κουζίνα και βοηθούσαμε στο στρώσιμο του τραπεζιού.
  
 Μετά τη πρώτη βδομάδα, ήταν σίγουρο ότι οι συνισταμένες μας είχαν αποσυντονιστεί πλήρως. Στο νησί δεν είχαμε καλό σήμα, που αυτό σημαίνει ότι τα κινητά μας έπιαναν σε συγκεκριμένο σημείο, είχαμε χάσει την επαφή με τον  έξω κόσμο  Πότε πότε παίρναμε τους γονείς μας για να μην ανησυχούν και αυτό. Οι βασικοί μας άξονες τρεμόπαιζαν στις δυνατές δονήσεις του νησιού, μέσα μας κάθε μέρα κάτι μετακινούταν, κάθε μέρα το ψάχναμε και αλλού, κάθε μέρα το βρίσκαμε δίπλα μας, μέσα μας, στο νησί και το χάναμε πάλι. Ένα παιχνίδι με τις αντοχές μας ή πολλά μικρά μαζί.

  Με τον Άγγελο είχαμε γνωριστεί πριν μερικά χρόνια, ήμασταν αλλιώς τότε και γω και εκείνος. Τη πρώτη φορά που τον είδα, στα μάτια του αντίκρισα έναν μεγάλο βαθύ φόβο. Με τον καιρό αυτό άρχισε να εξαφανίζεται. Νομίζω ότι τον ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή, σιωπηλά και διακριτικά έτσι όπως άρμοζε τότε στις περιστάσεις. Ωστόσο κάθε φορά που βρισκόμασταν στον ίδιο χώρο, δε χάναμε την ευκαιρία να ξεμοναχιαστούμε σε κάποιο δωμάτιο για να πούμε πιο ήσυχα τα νέα μας. Το χαμόγελο σε κάθε μας συνάντηση ήταν αμοιβαίο, όμως μέχρι εκεί. Στη Νίσυρο αποφασίσαμε να πάμε εντελώς τυχαία, η Εύα θα ήταν εκεί, εγώ ήδη είχα αποφασίσει να πάω να τη βρω και ο Νώντας θα ερχόταν έτσι και αλλιώς γιατί ήδη ήταν σε ένα κοντινό νησί. Ο Άγγελος το αποφάσισε τελευταία στιγμή και ακριβώς εκείνη η στιγμή άλλαξε όλη τη τροπή της ιστορίας. Δεν είχα σκεφτεί τι ακριβώς προσδοκούσα από αυτή τη σχέση, μου άρεσε που επικοινωνούσαμε, που τον ένιωθα κοντά μου, μου άρεσε η κόντρα μας και οι διαφωνίες μας. Έτσι άφηνα τον χρόνο να περάσει χωρίς να προσμένω κάτι.

  Ένα απόγευμα οι υπόλοιποι είχαν πάει για μπάνιο και εμείς είχαμε ξεμείνει στο σπίτι ρίχνοντας έναν υπνάκο. Συνήθως όποιος ξύπναγε πρώτος, ξύπναγε και τον άλλον. Εκείνο το απόγευμα δε θυμάμαι ποιος άνοιξε πρώτος τα μάτια του, το μόνο που θυμάμαι είναι πως στο μεταίχμιο μιας ονειρικής πραγματικότητας και ενός πραγματικού ονείρου βρεθήκαμε πολύ κοντά, τόσο που δε πήγαινε άλλο. 
Εκείνο το απόγευμα ένας μεγάλος έρωτας, ο μεγαλύτερος της ζωής μου, πέταξε τα πρώτα του άνθη κατά μεσής του καλοκαιριού. 

  Την επόμενη μέρα καθώς βρεθήκαμε όλοι μαζί για να πιούμε τον πρωινό μας καφέ συνειδητοποιήσαμε ότι λίγες ώρες μετά τη χθεσινή μας στιγμή, πάνω στις μαύρες πέτρες της κοντινής παραλίας ένας ακόμη έρωτας γεννήθηκε. Τα πρόσωπα μας ήταν αναψοκοκκινισμένα, οι καρδιές μας χτυπούσαν δυνατά και τα γελάκια πήγαιναν και ερχόντουσαν. 

...........................................................................................................

 Το ηφαίστειο μετέτρεπε τις καρδιές μας σε καυτή λάβα και το μυαλό μας σε ενεργό κρατήρα. Ο έρωτας χυνόταν μέσα στα στενά σοκάκια της χώρας, μας μεθούσε αδιάκοπα, άφηνε τα σημάδια του σε όλα τα μέρη του νησιού. Με την ίδια ζάλη ξυπνούσαμε και κοιμόμασταν, λες και ο χρόνος είχε αλλάξει μορφή. Εξερευνούσαμε επικίνδυνα, ανακαλύπταμε ακίνδυνα. Βρισκόμασταν και χανόμασταν, ήμασταν μαζί και χώρια, παντού και πουθενά, τα είχαμε όλα και τίποτα. Είχαμε δύναμη να μετακινούμε τα πιο σκληρά σημεία μας, τα βγάζαμε, τα πλάθαμε ξανά, τα σκίζαμε, τα πονούσαμε, τα αγαπούσαμε ξανά. Κάναμε ένα συνδυασμό με τον αριθμό τέσσερα που δεν τολμώ να του δώσω όνομα.

  Οι αντιπαραθέσεις, μας χώριζαν στα δύο, ο Νώντας και γω σαν πιο επαναστατικά πλάσματα, υπερασπιζόμασταν με πάθος τις αξίες και τις σκέψεις μας, δύσκολα τις ξεπουλούσαμε στο σωρό, η Εύα και ο Άγγελος λάτρεις των υλικών απολαύσεων, ακολουθούσαν τη μεγάλη σειρά για τα γυναικεία και τα αντρικά πρότυπα. Αυτό μας εκνεύριζε αφάνταστα, εμείς δε θέλαμε πρότυπα, αυτά πολεμούσαμε να σπάσουμε, δε θέλαμε κουτιά τετράγωνα και ταμπέλες φωτεινές πάνω και μέσα στα κεφάλια μας. Πιστεύαμε στη διαφορετικότητα της κάθε μονάδας αλλά και του κάθε συνόλου, στην ελευθερία να μπορούμε κάθε στιγμή να εκφράζουμε αυτό που είμαστε χωρίς να φοβόμαστε για τον αν αυτό συμβαδίζει με τα δεδομένα των πολλών.

   Μερικές φορές συμβιβάζαμε τη διαφορετικότητα, με φτηνά πολύχρωμα μανό και χαζά ψωνίστηκα αντρικά περιοδικά από το ψιλικατζίδικο της ηλικιωμένης, τους αφήναμε να εκτονώσουν τις ρηχές τους τάσεις και μεις αφηνόμασταν στη πολυπλοκότητα των τετραγώνων του πολύχρωμου κύβου. Αυτό το παιχνίδι μας χαρίστηκε για κάποιο λόγο, μου έλεγε ο Νώντας, μην είσαι ηλίθιος σχεδόν το έκλεψα από τον γιο της ψιλικατζούς του απαντούσα. Λύναμε τη μια πλευρά και μας χάλαγε η άλλη, εκνευριζόμασταν, το πετάγαμε αλλά τα μάτια και το μυαλό μας συνέχιζαν να είναι σε αυτό για αρκετή ώρα μετά. Τελικά καταλήγαμε ότι το να ομαδοποιούμε τα χρώματα, βάζοντας τα σε πλαίσια δε μας πήγαινε και το παρατούσαμε, μέχρι την επόμενη κρίση γκρίνιας.

  Με τον Νώντα ήμασταν χρόνια φίλοι, μαζί σε κυριακάτικα οικογενειακά τραπέζια, μαζί στα παιδιάστικα αστεία στο λύκειο, στα διαβάσματα για τις πανελλήνιες. Ήταν ένας από τους ανθρώπους που δε χρειαζόταν να μιλήσω για να καταλάβουν τι έχω. Φίλος με σφραγίδα και υπογραφή. Κατά κάποιο τρόπο ήταν σαν να είχαμε πλάσει ο ένας τον άλλον. Αρκετές φορές με έκραζε για πράγματα που δεν του άρεσαν, αρκετές φορές ξενέρωνα με τις επιπόλαιες και εκκεντρικές του τάσεις. Όμως αγαπιόμασταν πολύ...

...........................................................................................................


υ.γ.δεν κατάφερα να μεταφέρω τα σχόλια σας εδώ, 
αν και θα το ήθελα πολύ!
Όμως δε θα σβήσω την ιστορία
από τις παράλληλες πραγματικότητες 
για να μείνουν εκεί!