Έξω κυλάει της πόλης το ποτάμι
δε μου 'πες στα ταξίδια σου τι είδες
αν όπως πήγες γύρισες δεν πήγες
στου κόσμου το πολύχρωμο χαρμάνι


Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Φτάσαμε...




 Τη προηγούμενη βδομάδα γνώρισα μια κοπέλα που τα τελευταία είκοσι χρόνια μένει στη Νίσυρο, έχει ένα μαγαζί στη χώρα και το σπίτι της είναι στον Εμποριό, μιλήσαμε λίγο για το νησί. Είχε πάει τα Χριστούγεννα και μου περιέγραψε ένα ανατριχιαστικό σκηνικό που βίωσε με ένα θάνατο ενός γείτονα και πολύ αγαπημένου της προσώπου. Στο νησί τον χειμώνα κατοικούν είκοσι πέντε το πολύ άνθρωποι, επίσης δεν έχει γραφείο κηδειών και ο παππάς μόλις ανέλαβε τα καθήκοντα του στην ενορία της Νισύρου. Επίσης ξέρει τους γονείς της κοπέλας που είχαμε μείνει τότε στο σπίτι της. Έχει πλάκα όταν μερικές φορές καταλαβαίνεις ότι ο δρόμος σου με τον δρόμο του άλλου μπορεί να είναι σε πολύ κοντινή απόσταση αλλά να μην διασταυρωθούν ποτέ...



*Παρ’ όλη την αγωνία μας συνεχίσαμε να απολαμβάνουμε το ταξίδι της επιστροφής. Ο Άγγελος συνέχισε με το δεύτερο τεύχος του κόμικς που διάβαζε και γω με τον Νώντα ξαπλώσαμε κοιτώντας τον αστροστόλιστο ουρανό.



   Στεκόμουν όρθια στη σκάλα, φορτωμένη με τις αποσκευές μου, ο ήλιος που έμπαινε κλεφτά μέσα από τα ψηλά κτίρια του λιμανιού, μισό έκλεινα τα μάτια και στην άκρη των κτιρίων σχηματίζονταν πορτοκαλοκόκκινα σχέδια. Το παιχνίδισμα των ματιών μου σταμάτησε μια ανακοίνωση από τον υπεύθυνο του πλοίου, "Παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες να αποβιβαστούν ένας ένας από τη δεξιά έξοδο διότι πρόκειται να πραγματοποιηθεί καταμέτρηση επιβατών". Με μιας γούρλωσα τα μάτια, με έπιασε κρύος ιδρώτας και άρχισα να σκέφτομαι ότι τελικά η καλύτερη λύση είναι να πηδήξουμε από το πλοίο ΤΩΡΑ. Τον πανικό μου σταμάτησε ένα καθησυχαστικό βλέμμα του Νώντα. Τώρα δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα, θα βγούμε έξω ήσυχα και ότι γίνει έγινε, μου ψιθύρισε στο αυτί ο Άγγελος. Λίγο πριν φτάσει η σειρά μας προσπαθούσα να ακούσω ή να δω εάν τσέκαραν στην έξοδο τα εισιτήρια, αλλά μάταια, ο κόσμος ήταν πολύς και περιόριζε το οπτικό μου πεδίο. Η αγωνία κορυφώθηκε όταν έφτασε η σειρά μου, περίμενα να ακούσω "το εισιτήριο σας παρακαλώ" αλλά τελικά άκουσα ένα ευγενικό "καλημέρα σας". Μέχρι να προλάβω να πάρω μια μεγάλη ανάσα ανακούφισης και λίγο πριν πατήσω το πόδι μου στο λιμάνι, έφτασαν καταπάνω μου άνθρωποι με κάμερες και μικρόφωνα στα χέρια τους, άρχισαν να κάνουν ερωτήσεις για τις διακοπές, πανικοβλήθηκα και άρχισα να τρέχω. 

  Βγήκα στον κεντρικό δρόμο, αυτοκίνητα ήταν κολλημένα στη κίνηση, άνθρωποι με βαλίτσες στο χέρι τσακώνονταν για ένα ταξί, άλλοι περπατούσαν με φακέλους στο χέρι και μίλαγαν στο κινητό. Είχαμε επιστρέψει στη μεγάλη πόλη. Κάπου ανάμεσα στις παραισθήσεις από το καυσαέριο με πρόλαβαν τα αγόρια. Προχωρήσαμε με τα πόδια μέχρι τον ηλεκτρικό, μπήκαμε στο τελευταίο βαγόνι, το μόνο που δε θέλαμε ήταν να μας πιάσουν χωρίς εισιτήριο, καθ' όλη τη διαδρομή μια ατελείωτη σιωπή σκέπαζε τα πρόσωπα μας, πρώτα κατέβαινε ο Άγγελος και μετά εμείς. Δύο στάσεις πριν την πρώτη αποχώρηση ο Νώντας πρότεινε να πάμε όλοι μαζί στο σπίτι του, οι γονείς του θα έλειπαν το Σαββατοκύριακο στο εξοχικό.  Χωρίς δεύτερη σκέψη δεχτήκαμε. 


  Οι επόμενες δύο ημέρες ήταν μέρες αποκατάστασης, βάλαμε πλυντήρια, σιδερώσαμε, φάγαμε κανονικό φαγητό, είδαμε τηλεόραση, κοιμηθήκαμε και το πιο σημαντικό τρίψαμε  με ότι σαπούνι υπήρχε τις πατούσες μας. ΤΟ βράδυ της δεύτερης μέρα έπρεπε να φύγουμε γιατί θα επέστρεφαν οι γονείς του Νώντα, δε θέλαμε με τίποτα. Καθόμασταν στο τραπέζι της κουζίνας, είχα φτιάξει ένα αποτυχημένο κέικ για να συνοδεύσουμε τον καφέ μας, ακούγαμε ένα δίσκο των dead can dance και αναστενάζαμε. Τότε μου ήρθε μια αναλαμπή, οι γονείς μου την επόμενη μέρα θα έφευγαν για τη Γαλλία όπου θα έμενα δύο εβδομάδες. "Μα καλά πως δεν το είχα σκεφτεί" είπα φωναχτά, "σήμερα θα κοιμηθούμε σπίτια μας και αύριο έρχεστε σπίτι μου, να φέρεται ρούχα γιατί μπορούμε να μείνουμε μέχρι να επιστρέψουν οι γονείς μου". Τα πρόσωπα μας άρχισαν να λάμπουν πονηρά, μια καινούργια περιπέτεια στην Αθήνα είχε ξεκινήσει, το ξέραμε ότι η επιστροφή μας από το νησί σήμαινε μόνο την αρχή μιας πολύ ενδιαφέρουσας περιόδου.

 Μαζέψαμε τα μοσχομυρωδάτα ρούχα μας από τη ταράτσα, φτιάξαμε ξανά βαλίτσες και ξεκινήσαμε για τα σπίτια μας...




...συνεχίζεται

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

~3.Η επιστροφή.






*Έκατσα κοντά τους σιωπηλή, ο Νώντας άνοιξε τα μάτια του, είσαι καλά; με ρώτησε νυσταγμένα. Καλά του απάντησα μονολεκτικά και άνοιξα τον υπνόσακο για να τον σκεπάσω.

  

 Βολεύτηκα αναπαυτικά δίπλα τους έτσι ώστε να ακουμπάω σχεδόν πάνω στον Άγγελο, έδειχνε προσηλωμένος στην ιστορία που διάβαζε, δεν ήθελα να τον ενοχλήσω, χάζεψα λίγο τις εικόνες μαζί του, άρχισαν να κλείνουν τα μάτια μου, έγειρα το κεφάλι μου στα πόδια του και κοιμήθηκα.
  
   Δε ξέρω μετά από πόση ώρα ένιωσα ένα χέρι να με σκουντάει και να μιλά σχεδόν μέσα στο αυτί μου, με τόνο ενοχλητικό. Άνοιξα τα μάτια μου, ο Νώντας καθόταν δίπλα μου για ώρα και προσπαθούσε να με ξυπνήσει, το πόδι του Άγγελου είχε αντικατασταθεί μια μαλακιά τσάντα. "Με ξυπνάς ώρα;" τον ρώτησα αφήνοντας ένα μεγάλο χασμουρητό στο τέλος. "Ναι και δε καταλαβαίνεις τίποτα, έχουμε θέμα σήκω", απάντησε με μια φωνή ταραγμένη.
  
   Το καράβι είχε δέσει στην Αστυπάλαια, ήταν το λιμάνι για το οποίο είχαμε εισιτήριο, άρχισε να με πιάνει ένας αλμυρός πανικός, το μυαλό μου δούλευε σε χίλιες στροφές, έπρεπε να βρούμε τι θα κάνουμε εάν μας πιάσουν χωρίς εισιτήρια. "Το καράβι είναι ήδη μισή ώρα αραγμένο στο λιμάνι και δε λέει να λύσει", με πληροφόρησε ο Νώντας, "ο Άγγελος έχει πάει να δει τι γίνεται". Άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια, αυτό ήταν, απλά θα μας κατέβαζαν στην Αστυπάλαια και άντε να βρούμε τρόπο να γυρίσουμε. Το μυαλό μου άρχισε να φτιάχνει τα πιο ακραία σενάρια, για το τι θα πω στους γονείς μου, για το που θα κοιμηθούμε απόψε, αν έχει κάμπινγκ η Αστυπάλαια, πως θα βρούμε δουλειά και διάφορα τέτοια. Την απόλυτα ενεργή διαδικασία της σκέψης μου διέκοψε η παρουσία του Άγγελου. "Είναι ένας παππούς στο λιμάνι ο οποίος είναι στα τελευταία του και δε ξέρουν τι να κάνουν, πρέπει να μεταφερθεί στην Αθήνα, γι' αυτό καθυστερούμε", μας είπε καθησυχαστικά.
   
  Καμία ανακοίνωση για έλεγχο εισιτηρίων. Μετά από μια ώρα αναμονή το καράβι συνέχισε τον προορισμό του. Ξέραμε και οι τρείς ότι από δω και πέρα εάν κάτι συνέβαινε θα είχαμε προβλήματα. Παρ’ όλη την αγωνία μας συνεχίσαμε να απολαμβάνουμε το ταξίδι της επιστροφής. Ο Άγγελος συνέχισε με το δεύτερο τεύχος του κόμικς που διάβαζε και γω με τον Νώντα ξαπλώσαμε κοιτώντας τον αστροστόλιστο ουρανό.


...συνεχίζεται