Έξω κυλάει της πόλης το ποτάμι
δε μου 'πες στα ταξίδια σου τι είδες
αν όπως πήγες γύρισες δεν πήγες
στου κόσμου το πολύχρωμο χαρμάνι


Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

~2. Η επιστροφή.





*Αρκετές φορές με έκραζε για πράγματα που δεν του άρεσαν, αρκετές φορές ξενέρωνα με τις επιπόλαιες και εκκεντρικές του τάσεις. Όμως αγαπιόμασταν πολύ με ένα τρόπο ξεχωριστό.


  Με την Εύα είχαμε γνωριστεί στο γυμνάσιο και αρχίσαμε να κάνουμε παρέα στη τρίτη λυκείου, μαζί στις πρώτες περιπλανήσεις στα Εξάρχεια, κοινά μουσικά ακούσματα, κοινές παρέες. Μέναμε πάρα πολύ κοντά, περνούσαμε μαζί όλα τα μεσημέρια στο μπαλκόνι της να λέμε χαζά και να γελάμε σα χαζά. Η Εύα ήταν έντονος άνθρωπος, παρ' όλη τη καλή οινομική κατάσταση που ζούσε λόγω των γονιών της, όταν ήσουν μαζί της δεν σου έδινε καθόλου την αίσθηση ότι τη νοιάζουν τα λεφτά, αυτό μου άρεσε, χαιρόμουν την απλότητα της και την ανοιχτή καρδιά της. Της άρεσε να ζει έντονα, να βιώνει την κάθε της στιγμή σαν να είναι η τελευταία, αυτό όμως έκρυβε μια παγίδα, κάποιες φορές οι πράξεις της δήλωναν απερισκεψία και αρκετές φορές πλήγωναν τους γύρω της. Πάντα καταλάβαινε τα λάθη της αλλά πάντα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα επαναλάμβανε.

  Ήμασταν στη Νίσυρο ήδη τρεις εβδομάδες και τα χρήματα άρχιζαν να τελειώνουν. Η ένταση που νιώθαμε μεγάλωνε, το νησί μας φόρτιζε ελκυστικά, είχαμε παραδοθεί στις αλλόκοτες δονήσεις του και πια μίλαγαν πλευρές του εαυτού μας που ούτε πιστεύαμε ότι υπάρχουν. Όταν λέω ότι τα χρήματα τελείωναν αυτό σημαίνει ότι μας έλειπαν για να μπορέσουμε να επιστρέψουμε στη μεγάλη πόλη. Σκαρφιστήκαμε να φτιάξουμε κεριά και να τα πουλήσουμε στο πανηγύρι που γινόταν εκείνες τις μέρες στο νησί. Μαζέψαμε ότι ξεχασμένο κερί υπήρχε μέσα στο σπίτι, τα λιώσαμε και φτιάξαμε με μια τεχνική που ήξερε ο Νώντας κάτι κεριά σαν έργα τέχνης, ήταν πανέμορφα. Στήσαμε ένα διακριτικό πάγκο το βράδυ στην ηλικιωμένη και η επιχείρηση επιστρέφουμε, ξεκίνησε. Ο κόσμος πέρναγε θαύμαζε αλλά δύσκολα αγόραζε.

  Με δυσκολία καταφέραμε να συγκεντρώσουμε περίπου τα μισά χρήματα για τα εισιτήρια της επιστροφής. Θέλαμε να φύγουμε από το νησί, όλοι νιώθαμε ότι αυτές οι διακοπές έχουν τελειώσει, αλλά μέσα μας εξακολουθούσαν να είναι όλα μπερδεμένα, νιώθαμε σαν κάποιος να μας ξέχασε σε ένα τόπο με άλλους ρυθμούς, με άλλα δεδομένα, με άλλες αισθήσεις και βίαια έπρεπε να μας επαναφέρει στη πραγματικότητα. Την επόμενη κιόλας μέρα πήραμε τρέχοντας το καράβι για τη Κω, εκεί θα αφήναμε την Εύα για να συνεχίσει μέχρι το τέλος του καλοκαιριού και μεις θα παίρναμε το καράβι για την Αθήνα.

  Φτάνοντας στο ενδιάμεσο λιμάνι έπρεπε να βρούμε ένα τρόπο να βγάλουμε και οι τρεις εισιτήρια για την Αθήνα. Ως γνωστόν τα λεφτά δεν έφταναν, πάλι ο Νώντας σκαρφίστηκε να βγάλουμε εισιτήρια για το επόμενο νησί που ήταν η Αστυπάλαια. Συμφωνήσαμε, άλλωστε δε μπορούσαμε να κάνουμε και αλλιώς, αποφασίσαμε να πιάσουμε μια γωνιά μέσα στο καράβι και σε περίπτωση που ερχόταν κάποιος για να ελέγξει τα εισιτήρια θα κάναμε πως κοιμόμαστε και θα λέγαμε ότι μας πήρε ο ύπνος και δεν κατεβήκαμε, προφανώς θα μας ζητούσαν να πληρώσουμε τη διαφορά, θα λέγαμε ότι δεν έχουμε λεφτά και θα βρίσκαμε ένα επόμενο ψέμα για να τα μπαλώσουμε.
  
  Γρήγορα εκδώσαμε τα μισά μας εισιτήρια και καθισμένοι πάνω στις βαλίτσες μας περιμέναμε να αναχωρήσουμε. Οι σιωπές μας εκκωφαντικά ηχούσαν ανάμεσα στον κόσμο που περίμενε μαζί μας. Δε ήταν ότι δεν είχαμε κάτι να πούμε, αλλά ότι μέσα μας νιώθαμε συγκλονισμένοι, η αίσθηση που μας είχε αφήσει το νησί ξεπερνούσε τις λέξεις. Που και που ρίχναμε κάτι βλέμματα βέλη μεταξύ μας, σαν να μισούσαμε ο ένας τον άλλον που χωρίζαμε.

  Μπήκαμε στο καράβι, βρήκαμε ένα καλό σημείο στο κατάστρωμα για να μπορούμε να αγναντεύουμε τη θάλασσα, μετρηθήκαμε και είχαμε μείνει τρεις. Αποφασίσαμε να προσπαθήσουμε να μη βγάλουμε τα παπούτσια μας και γενικά να κρατηθούμε καθαροί και κόσμιοι μέχρι να φτάσουμε στα σπίτια μας. Δώσαμε ραντεβού σε μια ώρα στο σημείο που είχαμε στήσει τσαντίρι και σκορπιστήκαμε μέσα στο καράβι. Και οι τρεις μας θέλαμε λίγο χρόνο να χαλαρώσουμε με τον εαυτό μας. Θυμάμαι ότι είχα κάτσει στο πιο ψηλό σημείο του καραβιού, έβλεπα τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος, χάζευα τους γλάρους γύρω μου να πετούν ανέμελα και δεν σκεφτόμουν τίποτα, μόνο τον αλμυρό αέρα ένιωθα να με χτυπά με βία.

  Όταν κατέβηκα από εκεί πάνω είχε πια νυχτώσει, λιγοστά αστέρια στόλιζαν το σκούρο μπλε του ουρανού, το φεγγάρι άδειαζε με την ησυχία του, λαμπυρίζοντας πάνω στη θάλασσα. Γύρισα στο σημείο που είχαμε  αφήσει τα πράγματα μας να βρω τους άλλους. Ο Νώντας μισοκοιμόταν τυλιγμένος με μια ζακέτα, ο Άγγελος κάπνιζε με μανία και διάβαζε ένα κόμικ, απόκτημα από το λιμάνι της Κω. Έκατσα κοντά τους σιωπηλή, ο Νώντας άνοιξε τα μάτια του, είσαι καλά; με ρώτησε νυσταγμένα. Καλά του απάντησα μονολεκτικά και άνοιξα τον υπνόσακο για να τον σκεπάσω.

.........................................................................................

...συνεχίζεται 

8 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Με κρατάς σε αγωνία.
Σίγουρα κάποτε θα το δούμε
σε πολλές βιβλιοθήκες
και βιβλιοπωλεία.

Καλορίζικος
και ο καινούριος τόπος

Μπράβο αγαπημένη

OCEAN

~reflection~ είπε...

Μου άρεσε πολύ το "Ταξιδευτες".....

Τιποτε πιο όμορφο από τα ταξιδια του Νου.....

Αφησε ελευθερη την Αύρα σου λοιπόν στοι φυσημα της πνοής του Αναγνώστη.....

κι εγω θελω μια γωνίτσα
να ζεσταινω τις συγκινήσεις μου....

roundel είπε...

*Ocean*
Σευχαριστώ ωκεανέ μου, χαρά μου να σε ταξιδεύω...

φιλί

roundel είπε...

*~reflection~*
Στη γωνίτσα σου βάζω ένα τζάκι και ενα μεγάλο παράθυρο να βλέπεις τα κύματα να σκάνε στους βράχους, όσο θα ακούς τις ιστορίες μου...

τα φιλιά μου

Let open red and green είπε...

Μπράβο ρε Μυρτιά!

Απίθανη γραφή...

Αναμένουμε συνέχειες

Φιλιά

roundel είπε...

*Let open red and green*
Σ'ευχαριστώ Χαρούλι μου:)
Σε φιλώ

ΛΥΧΝΟΣ ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ είπε...

ανυπομονώ...

Let open red and green είπε...

ΘΕΛΟΥΜΕ ΚΙ ΑΛΛΗ ΝΙΣΥΡΟΟΟΟ !!!!!